ΚΩΣΤΗΣ ΓΑΪΤΑΝΟΣ

ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ ΩΔΕΙΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
Πιανίστας, Μουσικολόγος και Παιδαγωγός.

Υπάρχουν άνθρωποι που αφιερώνουν τη ζωή τους σε μια τέχνη και υπάρχουν εκείνοι που καταφέρνουν να γίνουν οι ίδιοι μέρος της ιστορίας της. Ο Κωστής Γαϊτάνος ανήκε αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Πιανίστας διεθνούς ακτινοβολίας, παιδαγωγός με ανεκτίμητη προσφορά, μουσικολόγος, συγγραφέας και άνθρωπος του πολιτισμού, αφιέρωσε περισσότερες από επτά δεκαετίες στην υπηρεσία της μουσικής. Η πορεία του δεν υπήρξε απλώς μια διαδρομή προσωπικής καταξίωσης· υπήρξε ένα αδιάκοπο ταξίδι γνώσης, δημιουργίας και προσφοράς, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στα ελληνικά μουσικά πράγματα και διαμόρφωσε γενιές καλλιτεχνών και μουσικόφιλων.

Ο Κωστής Γαϊτάνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1934, σε μια εποχή που η Ελλάδα βρισκόταν λίγο πριν από τις μεγάλες ιστορικές αναταράξεις του εικοστού αιώνα. Από πολύ μικρή ηλικία φάνηκε η ιδιαίτερη σχέση του με τη μουσική. Η μητέρα του, η οποία γνώριζε πιάνο και αγαπούσε βαθιά τη μουσική, διέκρινε νωρίς το ταλέντο του γιου της και τον ενθάρρυνε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο με αφοσίωση και πειθαρχία. Ο πατέρας του, αντίθετα, ονειρευόταν να τον δει γιατρό και, μάλιστα, ο νεαρός Κωστής πέρασε για ένα διάστημα από την Ιατρική, πορεία που σχεδίαζε η οικογένειά του για εκείνον. Όμως η μοίρα είχε ήδη επιλέξει διαφορετικά. Ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια των ιατρικών σπουδών, όταν βρέθηκε μπροστά σε ανατομικό μάθημα και λιποθύμησε, λειτούργησε ως καθοριστική στιγμή. Η μουσική είχε ήδη κερδίσει οριστικά τη θέση της στη ζωή του.

Οι πρώτες του σπουδές πραγματοποιήθηκαν στο Ελληνικό Ωδείο, όπου απέκτησε το πρώτο του πτυχίο πιάνου σε πολύ νεαρή ηλικία. Ωστόσο, η πραγματική του μαθητεία άρχισε όταν βρέθηκε κοντά στον σπουδαίο Άλεξ Τουρνάισεν. Ο απαιτητικός δάσκαλος δεν εντυπωσιάστηκε από τους τίτλους και τα διπλώματα. Αντιθέτως, ζήτησε από τον νεαρό μουσικό να ξεκινήσει σχεδόν από την αρχή, επαναθεμελιώνοντας τη σχέση του με το πιάνο και τη μουσική ερμηνεία. Η αυστηρή αυτή εκπαίδευση αποδείχθηκε καθοριστική για την εξέλιξή του και τον οδήγησε σταδιακά στην κορυφή, καθώς είχε ταλέντο που ήταν έμφυτο.

Ακολούθησαν σπουδές στη Γερμανία, την Αυστρία και την Πορτογαλία, με υποτροφία του Ιδρύματος Γκιουλμπενκιάν. Μαθήτευσε δίπλα σε κορυφαίες προσωπικότητες της ευρωπαϊκής μουσικής, όπως οι Έρικ Τεν Μπεργκ, Καρλ Ένγκελ, Μωρίς Άιζενμπεργκ και Σάντορ Βεγκ. Η αξία του αναγνωρίστηκε από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία με τον μεγάλο καθηγητή Έρικ Τεν Μπεργκ στο Μόναχο. Όταν ο νεαρός Γαϊτάνος έπαιξε μπροστά του τη Σονάτα του Λιστ, ο διάσημος δάσκαλος πέρασε σχεδόν ολόκληρη την ακρόαση διαβάζοντας εφημερίδα. Όταν ολοκληρώθηκε η εκτέλεση, του είπε πως δεν είχε τίποτε να του διδάξει και πως το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να του εξασφαλίσει συναυλίες, ώστε να γνωρίσει το κοινό το εξαιρετικό του ταλέντο. Ήταν μια από τις πρώτες μεγάλες επιβεβαιώσεις της καλλιτεχνικής του αξίας.

Η διεθνής καταξίωση ήρθε το 1963, όταν κατέκτησε το Πρώτο Βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου του Ζάλτσμπουργκ, μια διάκριση εξαιρετικής σημασίας για τα μουσικά δεδομένα της εποχής. Ο διαγωνισμός συγκέντρωνε δεκάδες κορυφαίους νέους πιανίστες από όλη την Ευρώπη και η νίκη του Έλληνα μουσικού θεωρήθηκε σπουδαίο γεγονός για τη χώρα. Μέχρι σήμερα παραμένει ένας από τους ελάχιστους Έλληνες που κατόρθωσαν να διακριθούν σε τόσο υψηλό επίπεδο στον συγκεκριμένο θεσμό.

Ακολούθησε μια λαμπρή διεθνής καριέρα. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες πραγματοποίησε ρεσιτάλ και εμφανίσεις ως σολίστ σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, συνεργαζόμενος με σημαντικές συμφωνικές ορχήστρες και κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής. Ερμήνευσε έργα μεγάλων συνθετών, όπως ο Μπετόβεν, ο Λιστ, ο Προκόφιεφ και ο Σοστακόβιτς, ενώ υπήρξε από τους πρώτους που ανέδειξαν στο εξωτερικό έργα Ελλήνων δημιουργών. Ο Κωστής Γαϊτάνος έκανε τις πρώτες εκτελέσεις στην Ελλάδα των έργων: Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε Ρε ύφεση μείζονα, έργο 10 του Σεργκέι Προκόφιεφ και το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 σε Φα μείζονα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Το παίξιμό του χαρακτηριζόταν από τεχνική αρτιότητα, βαθιά μουσικότητα και πνευματική προσέγγιση του έργου.

Παρά τις σημαντικές προτάσεις που δέχθηκε να παραμείνει στο εξωτερικό, ο Κωστής Γαϊτάνος επέλεξε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο καθηγητής Καρλ Ένγκελ τού είχε προτείνει να παραμείνει στη Γερμανία και να αναλάβει στο μέλλον ακαδημαϊκή θέση υψηλού κύρους. Εκείνος, όμως, επέλεξε συνειδητά να γυρίσει στην πατρίδα του, τόσο από αγάπη για την Ελλάδα όσο και από αίσθημα ευθύνης απέναντι στους γονείς του. Η επιλογή αυτή καθόρισε ολόκληρη την υπόλοιπη πορεία του.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, συνέχισε με επιτυχία τη συναυλιακή του δραστηριότητα, ενώ παράλληλα αφοσιώθηκε στη διδασκαλία. Από το 1968 έως το 1998 δίδαξε στο Ελληνικό Ωδείο, ενώ από το 1980 διετέλεσε Διευθυντής Σπουδών του Ωδείου. Μέσα από τις αίθουσες διδασκαλίας πέρασαν δεκάδες μαθητές που αργότερα διακρίθηκαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αποδεικνύοντας την ποιότητα και το εύρος της παιδαγωγικής του προσφοράς.

Το 1987, ύστερα από προσωπική πρόσκληση της Μελίνας Μερκούρη, ανέλαβε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου και Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η παρουσία του σε αυτήν τη θέση υπήρξε ιδιαίτερα ουσιαστική, καθώς αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις στην αναβάθμιση και ανάπτυξη του σημαντικότερου λυρικού οργανισμού της χώρας.

Παράλληλα, ανέπτυξε έντονη μουσικολογική δραστηριότητα. Οι διαλέξεις του σε πανεπιστήμια, πολιτιστικά ιδρύματα, μουσικούς οργανισμούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς θεωρήθηκαν υποδειγματικές για την επιστημονική τους πληρότητα και τη γλαφυρότητα της παρουσίασής τους. Ιδιαίτερη απήχηση γνώρισε η πολύχρονη έρευνά του για την ιστορία της ελληνικής μουσικής, με θεματολογία που εκτείνεται από την Αρχαία Ελληνική μουσική και την εξέλιξη του πιάνου από τον 16ο αιώνα έως σήμερα, μέχρι τα 27 Κοντσέρτα για πιάνο του Mozart, τις 9 Συμφωνίες και τις 32 Σονάτες του Beethoven, τα Lieder των Schubert, Schumann και Brahms, τις Études των Chopin και Liszt, καθώς και την ιστορία της όπερας στην κλασική και ρομαντική περίοδο. Παρουσίασε επίσης, σε σειρά διαλέξεων, το «Ελληνικό μουσικό φαινόμενο», μια έρευνα της ελληνικής μουσικής από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας.

Ταυτόχρονα με τη λαμπρή σολιστική του πορεία, ο Κωστής Γαϊτάνος ανέπτυξε μια εξίσου σημαντική δραστηριότητα στον χώρο της μουσικής δωματίου, συμμετέχοντας σε πολυάριθμες συναυλίες και καλλιτεχνικές περιοδείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Υπήρξε μέλος μιας σπουδαίας γενιάς Ελλήνων μουσικών που πίστεψαν βαθιά πως η κλασική μουσική δεν έπρεπε να περιορίζεται στις μεγάλες πόλεις και στους λίγους, αλλά να φτάνει σε κάθε γωνιά της χώρας. Καθοριστική υπήρξε η συνεργασία του με τη θρυλική διοργανώτρια συναυλιών Ειρήνη Σαλονικιού, μια προσωπικότητα που αφιέρωσε τη ζωή της στη διάδοση της μουσικής στον ελληνικό χώρο. Σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ακόμη το Μέγαρο Μουσικής, σύγχρονες αίθουσες συναυλιών ή οργανωμένες πολιτιστικές υποδομές στην περιφέρεια, η Ειρήνη Σαλονικιού οργάνωνε αδιάκοπα μουσικές περιοδείες από τη Θράκη έως την Κρήτη, καλώντας κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής να φέρουν την κλασική μουσική κοντά στο ευρύ κοινό.

Στις περιοδείες αυτές συμμετείχαν εξέχουσες μορφές της ελληνικής μουσικής ζωής, όπως ο Κωστής Γαϊτάνος στο πιάνο, ο μεγάλος βιολονίστας Βύρων Κολάσης, ο Νίκος Ογκίνας, η Λέλα Ιστάμος, ο Γιάννης Βατικιώτης και πολλοί ακόμη σημαντικοί μουσικοί. Κάθε Σαββατοκύριακο ξεκινούσαν ένα νέο ταξίδι, μεταφέροντας έργα του Μότσαρτ, του Μπετόβεν και άλλων μεγάλων συνθετών σε πόλεις και χωριά όπου οι κάτοικοι πολλές φορές άκουγαν για πρώτη φορά ζωντανά κλασική μουσική. Οι συναυλίες πραγματοποιούνταν συχνά σε σχολεία, κινηματογράφους ή αυτοσχέδιους χώρους, οι οποίοι μετατρέπονταν προσωρινά σε αίθουσες συναυλιών. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι μουσικοί έφθαναν στον χώρο και διαπίστωναν ότι δεν υπήρχε καν πιάνο ή ότι το διαθέσιμο όργανο ήταν ακατάλληλο. Ωστόσο, με αξιοθαύμαστη αφοσίωση και επαγγελματισμό, δεν ακύρωναν ποτέ μια εμφάνιση. Για εκείνους, η μουσική αποτελούσε αποστολή και η μετάδοσή της στο κοινό ένα πραγματικό πνευματικό χρέος.

Ιδιαίτερα στενή υπήρξε η συνεργασία του Κωστή Γαϊτάνου με τον Βύρωνα Κολάση, με τον οποίο πραγματοποίησε αμέτρητες εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μαζί παρουσίασαν εκτενές ρεπερτόριο μουσικής δωματίου, ερμηνεύοντας σονάτες του Μότσαρτ και του Μπετόβεν, καθώς και έργα για βιολί και πιάνο που απαιτούσαν απόλυτη καλλιτεχνική σύμπνοια. Η συνεργασία αυτή εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες της εποχής, με τους δύο μουσικούς να περιοδεύουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και να κερδίζουν την εκτίμηση κοινού και κριτικών.

Ξεχωριστή θέση στην καλλιτεχνική του διαδρομή κατέχουν οι πολυάριθμες περιοδείες στην Ισπανία, όπου συνεργάστηκε με τον τσελίστα Μποντέλια και άλλους διακεκριμένους μουσικούς. Ταξιδεύοντας αδιάκοπα με αυτοκίνητο σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, διέσχιζαν χώρες, πόλεις και πολιτισμούς, πραγματοποιώντας συναυλίες ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα μέρη. Άλλοτε εμφανίζονταν ως τρίο για πιάνο, βιολί και τσέλο, άλλοτε ως ντουέτο πιάνου και βιολιού ή πιάνου και τσέλου, δημιουργώντας κάθε φορά ένα υψηλού επιπέδου μουσικό αποτέλεσμα. Οι διαδρομές αυτές, γεμάτες κόπο, αλλά και καλλιτεχνική πληρότητα, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της διεθνούς του εμπειρίας και στην εδραίωση της φήμης του ως ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες πιανίστες της γενιάς του.

Σημαντικό κεφάλαιο του έργου του αποτελούν και τα βιβλία του. Από την «Αυτού Μεγαλειότης το Πιάνο» μέχρι τις «Εννέα Συμφωνίες του Μπετόβεν», το «Musica Enchiriadis», τη δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Μουσικής», οι «32 Σονάτες και τα Κοντσέρτα του Μπετόβεν» το αυτοβιογραφικό «Όπως τους γνώρισα και τους έζησα», το μυθιστόρημα «Βήματα στην Ομίχλη» και τη μελέτη «Johannes Brahms-Ο τελευταίος ρομαντικός», ο Κωστής Γαϊτάνος άφησε πίσω του ένα σημαντικό συγγραφικό έργο που συνδυάζει γνώση, εμπειρία και βαθιά αγάπη για τη μουσική.

Το 1999 ίδρυσε μαζί με τη σύζυγό του, τη διακεκριμένη πιανίστα και καθηγήτρια Μπέττυ Μπαρζούκα, το Πολιτιστικό και Καλλιτεχνικό Κέντρο «Ωδείο Μουσικοί Ορίζοντες». Το Ωδείο εξελίχθηκε σε έναν ζωντανό πυρήνα καλλιτεχνικής δημιουργίας, φιλοξενώντας σεμινάρια, διαλέξεις και εκπαιδευτικές δράσεις με τη συμμετοχή διεθνώς αναγνωρισμένων προσωπικοτήτων του πιάνου. Στους χώρους του βρέθηκαν κορυφαίοι μουσικοί από ολόκληρο τον κόσμο, μεταφέροντας πολύτιμες γνώσεις σε νέους καλλιτέχνες και δημιουργώντας ένα περιβάλλον υψηλού επιπέδου μουσικής εκπαίδευσης.

Για την πολυετή και εξαιρετικά σημαντική προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό τιμήθηκε το 2007 από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Μουσικής Σπύρου Μοντσενίγου, μία από τις κορυφαίες διακρίσεις που μπορεί να λάβει ένας Έλληνας καλλιτέχνης. Η βράβευση αυτή αποτέλεσε την επίσημη αναγνώριση μιας ζωής αφιερωμένης στη μουσική, στη γνώση και στην καλλιέργεια του πνεύματος.

Πίσω από τον καταξιωμένο καλλιτέχνη βρισκόταν πάντοτε ένας άνθρωπος με βαθιά καλλιέργεια, χιούμορ, ευαισθησία και αστείρευτη αγάπη για τη γνώση. Δημιούργησε μια όμορφη οικογένεια, απέκτησε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα και στάθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του σημείο αναφοράς για τους ανθρώπους που τον γνώρισαν. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του θυμούνται έναν άνθρωπο που δεν περιορίστηκε ποτέ στην ατομική του επιτυχία, αλλά θεώρησε χρέος του να μεταδώσει τη γνώση, την εμπειρία και το πάθος του στις επόμενες γενιές.

Η πορεία του Κωστή Γαϊτάνου δεν μπορεί να αναφερθεί χωρίς ιδιαίτερη μνεία στη σύζυγό του, τη διακεκριμένη πιανίστα και καθηγήτρια πιάνου Μπέττυ Μπαρζούκα. Παντρεύτηκαν το 1982 και απέκτησαν μαζί τρεις κόρες. Συνοδοιπόρος στη ζωή και στην τέχνη, στάθηκε δίπλα του για δεκαετίες, μοιραζόμενη το ίδιο πάθος για τη μουσική, την εκπαίδευση και την καλλιέργεια νέων καλλιτεχνών. Η παρουσία της υπήρξε καθοριστική σε κάθε στάδιο της δημιουργικής και εκπαιδευτικής του πορείας, αποτελώντας όχι μόνο πολύτιμο συνεργάτη, αλλά και σταθερό στήριγμα στη ζωή του.

*Βιογραφία γραμμένη από τη δημοσιογράφο κ. Κρέτση Μαρία, για το ‘‘Μέλαθρον Οικουμενικός Ελληνισμός’’

Γνωρίστε τον Κωστή Γαϊτάνο μέσα από τις συνεντεύξεις του:

Συνέντευξη στον Δαυίδ Ναχμία στο Γ΄Πρόγραμμα (μέρος Α’):

Συνέντευξη στον Δαυίδ Ναχμία στο Γ΄Πρόγραμμα (μέρος Β’):